Εξελίξεις στην υπόθεση Qatargate, καθώς οι εισαγγελικές αρχές των Βρυξελλών εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης σε βάρος του Δημήτρη Αβραμόπουλου.Σύμφωνα με πληροφορίες, οι βελγικές αρχές έχουν ήδη ενημερώσει τις ελληνικές δικαστικές
αρχές. Ωστόσο, το ένταλμα δεν μπορεί προς το παρόν να εκτελεστεί, καθώς ο κ. Αβραμόπουλος διατηρεί τη βουλευτική του ιδιότητα και απαιτείται προηγουμένως η άρση της ασυλίας του από τη Βουλή.
Όπως προβλέπεται, ο σχετικός φάκελος θα διαβιβαστεί από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στη Βουλή. Δικαστικές πηγές αναφέρουν ότι ο Δημήτρης Αβραμόπουλος επισκέφθηκε το μεσημέρι την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
Υπενθυμίζεται ότι με την έναρξη της έρευνας για το Qatargate, ο κ. Αβραμόπουλος είχε δηλώσει πως όλες οι ενέργειές του ήταν απολύτως νόμιμες.
Τι απαντά η πλευρά Αβραμόπουλου
Η πλευρά Αβραμόπουλου έκανε την εξής ανακοίνωση:
«Η σχέση του Δημήτρη Αβραμόπουλου με το Fight Impunity υπήρξε μια θεσμικά γνωστοποιημένη και εγκεκριμένη δραστηριότητα, στο πλαίσιο των κανόνων που διέπουν τις μεταγενέστερες δραστηριότητες πρώην μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το Fight Impunity παρουσιαζόταν, κατά τον χρόνο της πρότασης συμμετοχής, ως μη κυβερνητική οργάνωση με αντικείμενο την καταπολέμηση της ατιμωρησίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και διεθνείς αδικίες.
Η δημόσια εικόνα της οργάνωσης ήταν συνδεδεμένη με την προώθηση της διεθνούς δικαιοσύνης, της λογοδοσίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λειτουργούσε και το Honorary Board της οργάνωσης.
Στο τιμητικό αυτό σχήμα εμφανίζονταν, ή αναφέρονταν ως μέλη διεθνείς προσωπικότητες, πρώην αξιωματούχοι και πρόσωπα με κύρος στον ευρωπαϊκό και διεθνή δημόσιο βίο. Ανάμεσά τους ήταν η Federica Mogherini, πρώην Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και πρώην Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής· ο Bernard Cazeneuve, πρώην Πρωθυπουργός της Γαλλίας· η Emma Bonino, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας και πρώην Ευρωπαία Επίτροπος· ο Denis Mukwege, βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης για τον αγώνα του κατά της σεξουαλικής βίας σε εμπόλεμες ζώνες· η Cecilia Wikström, πρώην ευρωβουλευτής· η Isabel Santos, ευρωβουλευτής με δραστηριότητα σε ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων· καθώς και άλλα πρόσωπα με δημόσια διαδρομή στον χώρο της διεθνούς δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η σύνθεση αυτή είχε σημασία για την εικόνα της οργάνωσης εκείνη την περίοδο. Δημιουργούσε την εντύπωση ενός τιμητικού συμβουλευτικού σχήματος διεθνούς κύρους, με ευρωπαϊκή και ανθρωπιστική αναφορά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έγινε και η πρόταση προς τον Δημήτρη Αβραμόπουλο να συμμετάσχει στο Honorary Board.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είχε ολοκληρώσει τη θητεία του ως Ευρωπαίος Επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας στις 30 Νοεμβρίου 2019. Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάθε πρώην Επίτροπος οφείλει να γνωστοποιεί στην Επιτροπή επαγγελματικές, συμβουλευτικές ή άλλες δραστηριότητες που αναλαμβάνει μετά τη λήξη της θητείας του, εφόσον αυτές μπορεί να σχετίζονται με την προηγούμενη θεσμική του ιδιότητα.
Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος υπέβαλε τη συμμετοχή του στο Fight Impunity προς έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συμμετοχή του δεν ξεκίνησε ανεπίσημα ή χωρίς προηγούμενο θεσμικό έλεγχο. Εξετάστηκε από τα αρμόδια όργανα, αξιολογήθηκε από την Ανεξάρτητη Επιτροπή Δεοντολογίας και εγκρίθηκε με απόφαση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η έγκριση αυτή αποτελεί το βασικό στοιχείο της υπόθεσης. Η συμμετοχή του Δ. Αβραμόπουλου ήταν γνωστή, δηλωμένη, θεσμικά ελεγμένη και επισήμως επιτρεπτή. Η ίδια διαδικασία κάλυπτε και τη μηνιαία τιμητική αποζημίωση που προβλεπόταν για τη συμμετοχή του.
Η συμμετοχή του συνοδευόταν από μηνιαία τιμητική αποζημίωση ύψους 5.000 ευρώ μικτά, για περίοδο ενός έτους, από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022. Η αποζημίωση αυτή είχε γνωστοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης και αποτέλεσε μέρος της συνολικής θεσμικής αξιολόγησης της συμμετοχής του. Δεν επρόκειτο για αδήλωτη, άτυπη ή παράπλευρη οικονομική σχέση.
Το ποσό δηλώθηκε κανονικά στις αρμόδιες ελληνικές φορολογικές αρχές και φορολογήθηκε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Μετά τις νόμιμες κρατήσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις, το καθαρό ποσό ανερχόταν σε 3.750 ευρώ μηνιαίως.
Η σχέση του Δημήτρη Αβραμόπουλου με τον Pier Antonio Panzeri υπήρξε περιορισμένη. Τον είχε συναντήσει δύο φορές. Η πρώτη συνάντηση έγινε τον Οκτώβριο του 2019 στο Στρασβούργο, έναν μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του ως Ευρωπαίου Επιτρόπου.
Για τη συνάντηση αυτή ήταν ενήμερη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκεί, ο κ. Panzeri τον ρώτησε αν θα αποδεχόταν, μετά την ολοκλήρωση της θητείας του, να συμμετάσχει στο Fight Impunity. Η δεύτερη συνάντηση έγινε σε συνέδριο του Fight Impunity στο Delphi Forum, στην Ελλάδα.
Η συμμετοχή του Δ. Αβραμόπουλου δεν συνδεόταν με τη διοίκηση της οργάνωσης. Δεν είχε εκτελεστικό ρόλο, δεν συμμετείχε στη διαχείριση, δεν είχε αρμοδιότητα επί των οικονομικών, δεν λάμβανε αποφάσεις για τη λειτουργία της ΜΚΟ και δεν εκπροσωπούσε την οργάνωση έναντι ευρωπαϊκών θεσμών ή κυβερνήσεων.
Ο ρόλος του ήταν τιμητικός και συμβουλευτικός, περιορισμένος σε δημόσιες παρεμβάσεις σχετικές με την καταπολέμηση της ατιμωρησίας και την ανάγκη ενίσχυσης των διεθνών μηχανισμών λογοδοσίας.
Η δραστηριότητά του αφορούσε κυρίως άρθρα, ομιλίες, συνεντεύξεις και κείμενα θεσμικού και πολιτικού προβληματισμού γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διεθνή δικαιοσύνη και την αντιμετώπιση της ατιμωρησίας.
Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν δημόσιο χαρακτήρα και ήταν συμβατές με την ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία του.
Η έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνοδευόταν από σαφείς όρους. Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος δεν είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει εμπιστευτικές πληροφορίες από τη θητεία του στην Επιτροπή. Δεν είχε δικαίωμα να παρέμβει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκ μέρους της οργάνωσης. Δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει lobbying σε πεδία που σχετίζονταν με το προηγούμενο χαρτοφυλάκιό του. Οι όροι αυτοί έγιναν αποδεκτοί και τηρήθηκαν.
Κατά τον χρόνο της συμμετοχής του, το Fight Impunity δεν εμφανιζόταν ως περιθωριακή ή άγνωστη πρωτοβουλία. Αντιθέτως, είχε δημόσια παρουσία σε θεσμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον. Συνδιοργάνωνε ή συμμετείχε σε εκδηλώσεις με ευρωπαϊκούς θεσμούς, μεταξύ των οποίων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ η δραστηριότητά του συνδεόταν με συνέδρια, δημόσιες συζητήσεις, παρουσιάσεις εκθέσεων και παρεμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεθνή δικαιοσύνη.
Ενδεικτικά, το Fight Impunity είχε συνδεθεί με εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες στις οποίες συμμετείχαν ευρωπαϊκοί και ακαδημαϊκοί φορείς. Στο δημόσιο υλικό της περιόδου αναφέρονταν συνέδρια, θεματικές εκθέσεις, reports και συζητήσεις για την κατάσταση της ατιμωρησίας στον κόσμο, καθώς και παρουσιάσεις σε θεσμικούς ή ακαδημαϊκούς χώρους, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το College of Europe στη Bruges.
Η εικόνα αυτή ενίσχυε τότε την εντύπωση ότι επρόκειτο για οργάνωση που λειτουργούσε σε αναγνωρίσιμο θεσμικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον, με αντικείμενο τη διεθνή λογοδοσία, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καταπολέμηση της ατιμωρησίας.
Ως προς τη χρηματοδότηση της οργάνωσης, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος δεν είχε καμία διοικητική, οικονομική ή διαχειριστική αρμοδιότητα. Δεν συμμετείχε στην αναζήτηση, αποδοχή ή διαχείριση πόρων. Η πληροφόρηση που είχε τεθεί υπόψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης, ήταν ότι οι πηγές χρηματοδότησης της οργάνωσης προέρχονταν κυρίως από δωρεές. Παράλληλα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η οργάνωση δεν είχε λάβει χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι σημαντικό να διατυπωθεί με ακρίβεια ότι η οργάνωση αναφερόταν σε διεθνείς μηχανισμούς, στην Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών και σε θεσμούς διεθνούς δικαιοσύνης, όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ως πεδία θεματικής συνάφειας και δράσης. Αυτό όμως δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με χρηματοδότηση από τον ΟΗΕ.
Επομένως, η ακριβής διατύπωση είναι ότι η οργάνωση επικαλείτο και υπηρετούσε θεματικές που συνδέονταν με τους στόχους και τις αρχές διεθνών οργανισμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Δ. Αβραμόπουλος είχε οποιαδήποτε γνώση ή αρμοδιότητα ως προς τις πηγές χρηματοδότησής της.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Δ. Αβραμόπουλος δεν είχε ρόλο στη χρηματοδότηση της ΜΚΟ. Η σχέση του αφορούσε αποκλειστικά τη θεσμικά εγκεκριμένη συμμετοχή του σε τιμητικό συμβουλευτικό όργανο και δημόσιες παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας.
Η σχέση αυτή δεν συνεχίσθηκε επ’ αόριστον. Αντιθέτως, ατόνησε και ουσιαστικά διεκόπη με πρωτοβουλία του ίδιου του Δημήτρη Αβραμόπουλου, όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πλέον ουσιαστικό ενδιαφέρον, οργανωμένη δραστηριότητα ή πραγματικό αντικείμενο συμμετοχής από την πλευρά της οργάνωσης.
Από ένα σημείο και μετά, δεν υπήρχαν κείμενα, παρεμβάσεις, ομιλίες ή συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στις οποίες να συμμετέχει. Υπό αυτές τις συνθήκες, έκρινε ότι η σχέση δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης και ζήτησε να διακοπεί κάθε σχετική μηνιαία τιμητική αποζημίωση.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η σχέση δεν εξελίχθηκε σε ενεργή συνεργασία.
Όταν δεν υπήρχε πλέον ουσιαστικό αντικείμενο συμμετοχής, ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε. Η πρωτοβουλία για τη διακοπή της μηνιαίας αποζημίωσης αποτυπώνει ακριβώς αυτή την εκτίμηση: ότι μια τιμητική σχέση έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από ουσιαστική δραστηριότητα και σαφές αντικείμενο.
Η μεταγενέστερη εμπλοκή του Pier Antonio Panzeri σε ποινική έρευνα δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της σχέσης του Δημήτρη Αβραμόπουλου με την οργάνωση κατά την προηγούμενη περίοδο.
Ο Δ. Αβραμόπουλος συμμετείχε σε ένα τιμητικό συμβουλευτικό σχήμα, με γνωστοποίηση και έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε μια οργάνωση η οποία τότε παρουσιαζόταν με θεσμικό και ανθρωπιστικό σκοπό. Δεν είχε γνώση ή εποπτεία των εσωτερικών οικονομικών ή διοικητικών λειτουργιών της οργάνωσης.
Η ουσία της υπόθεσης είναι σαφής: η συμμετοχή του ήταν θεσμική, εγκεκριμένη, δηλωμένη και περιορισμένη. Δεν υπήρξε διοικητικός, οικονομικός ή επιχειρησιακός ρόλος στη λειτουργία της ΜΚΟ. Δεν υπήρξε σχέση με χρηματοδοτήσεις, lobbying ή αποφάσεις της οργάνωσης. Η μόνη σχέση του με το Fight Impunity ήταν αυτή που είχε γνωστοποιηθεί και εγκριθεί επισήμως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Το ευρύτερο συμπέρασμα που προκύπτει αφορά την ανάγκη αυστηρότερης θεσμικής εποπτείας των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται γύρω από το ευρωπαϊκό σύστημα αποφάσεων. Αυτό όμως είναι ζήτημα θεσμικής λειτουργίας και διαφάνειας. Δεν μεταβάλλει τα πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Η σχέση του Δημήτρη Αβραμόπουλου με το Fight Impunity μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: επρόκειτο για μια θεσμικά εγκεκριμένη, δηλωμένη και περιορισμένη συμμετοχή σε τιμητικό συμβουλευτικό όργανο, με μηνιαία τιμητική αποζημίωση ύψους 5.000 ευρώ μικτά για έναν χρόνο, η οποία δηλώθηκε και φορολογήθηκε κανονικά στην Ελλάδα.
Το αντικείμενο της συμμετοχής του ήταν δημόσιες παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας. Η σχέση του με τον Pier Antonio Panzeri περιορίστηκε σε δύο συναντήσεις, χωρίς προσωπική, πολιτική ή λειτουργική συνέχεια. Η σχέση με το Fight Impunity διεκόπη με πρωτοβουλία του ίδιου, όταν έκρινε ότι δεν υπήρχε πλέον ενδιαφέρον, δραστηριότητα ή ουσιαστικό αντικείμενο συμμετοχής.
Η μόνη πραγματική σχέση του Δ. Αβραμόπουλου με το Fight Impunity ήταν αυτή που γνωστοποιήθηκε, εγκρίθηκε επισήμως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δηλώθηκε στις αρμόδιες ελληνικές φορολογικές αρχές».
Η δήλωση του ιδίου
«Μου περιήλθε η πληροφορία από δημοσιογράφους ότι φέρεται να έχει σταλεί έγγραφο από τις βελγικές αρχές προς τις ελληνικές, στο οποίο επιχειρείται, χωρίς καμία βάση, η σύνδεση του ονόματός μου με την υπόθεση Fight Impunity.
Η υπόθεση αυτή δεν με αφορούσε ποτέ.
Το ζήτημα που επιχειρήθηκε να συνδεθεί με το όνομά μου έχει κλείσει εδώ και τρία χρόνια, με πλήρη θεσμική διαφάνεια και με τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατόπιν απόφασης υπογεγραμμένης από την Πρόεδρό της, Ursula von der Leyen.
Η συμμετοχή μου στον οργανισμό Fight Impunity, μαζί με σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες, ήταν απολύτως νόμιμη, ελεγμένη, εγκεκριμένη, δηλωμένη και φορολογημένη.
Δεν υπήρξε καμία εμπλοκή μου, άμεση ή έμμεση, σε οτιδήποτε επιλήψιμο.
Κάθε προσπάθεια επαναφοράς του θέματος από τις βελγικές αρχές και εμπλοκής του ονόματός μου σε οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το Fight Impunity, είτε μέσω αβάσιμων αναφορών είτε μέσω διαστρέβλωσης πραγματικών περιστατικών, είναι αυθαίρετη, απαράδεκτη, ύποπτη και θα αντιμετωπισθεί με κάθε νόμιμο μέσο.
Παρότι πρόκειται για ένα απολύτως αβάσιμο ζήτημα, δηλώνω ευθέως ότι δεν πρόκειται να κάνω χρήση οποιασδήποτε βουλευτικής ασυλίας. Αντιθέτως, θα αποταθώ ο ίδιος στην ελληνική Δικαιοσύνη, ζητώντας να ερευνηθεί πλήρως το θέμα και να αποφανθεί».